Μυστικά, ψέματα και υποκλοπές στη μεταπολιτευτική Ελλάδα

Η παρακολούθηση των κινήσεων του αντιπάλου και η προσπάθεια υφαρπαγής πληροφοριών είναι τόσο παλιές όσο ενδεχομένως και ο άνθρωπος που ασχολείται με την πολιτική. Σε ένα πλαίσιο όπου η εξουσία και η διατήρησή της σχετίζονται με το τι προτίθεται  να κάνει αυτός που δεν τη διαθέτει, το να μπορείς, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, να ξέρεις τις διαθέσεις του είναι από τα πιο αποτελεσματικά όπλα. Έτσι, δεν μοιάζει παράλογο ότι σχεδόν κάθε κυβέρνηση στη μεταπολιτευτική Ελλάδα συνδέεται  και με μια ιστορία υποκλοπών απόρρητων συνομιλιών.

Οι πρώτοι διδάξαντες

Ο Θεοφάνης Τόμπρας  και  ο Χρήστος Μαυρίκης  υπήρξαν αδιαμφισβήτητα οι πρωταγωνιστές των τηλεφωνικών υποκλοπών στην Ελλάδα στην αθώα αναλογική εποχή, τότε που οι υποκλοπές ήταν μια κοπιώδης διαδικασία, που απαιτούσε την τοποθέτηση «κοριών».

Αξιωματικός στο Σώμα Διαβιβάσεων ο πρώτος,  ξεκίνησε  την  καριέρα  του ως λοχαγός της ΚΥΠ και από  πολύ  νωρίς συνδέθηκε με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Μετά την  πτώση  της  κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το καλοκαίρι  του 1989,  ο Θ. Τόμπρας  κατηγορήθηκε για τις καταθέσεις του ΟΤΕ στην Τράπεζα  Κρήτης,  καθώς και για παράνομες τηλεφωνικές υποκλοπές πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ. Για την πρώτη υπόθεση αθωώθηκε, ενώ  η δεύτερη  δεν έφτασε ποτέ στη Δικαιοσύνη, επειδή η Βουλή ανέστειλε τη δίωξη  μετά την αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση Κοσκωτά και τη δραματική αλλαγή του πολιτικού κλίματος  τον Ιανουάριο του 1992.  Κάθε φορά, ωστόσο, που κάποια  φιλοπασοκική εφημερίδα δημοσίευε ιδιωτικές συνομιλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η Νέα Δημοκρατία έδειχνε  με το δάχτυλο τον Θ. Τόμπρα ως υπαίτιο.

Από την άλλη, ο Χρ. Μαυρίκης εμφανίστηκε σε μια εποχή που ακολούθησε το ’89. Βοηθοί του υποδύονταν τους τεχνικούς  του ΟΤΕ και έπιαναν δουλειά  στα ΚΑΦΑΟ. Ο Χρήστος Μαυρίκης υποστήριζε ότι διέθετε πλήθος υλικού, κατ’ εντολήν της Ν.Δ. Αναδείχθηκε σε τηλεοπτική περσόνα και το κοινό, μέσα από τα δελτία, έμαθε πώς  να τοποθετεί «κοριούς» σε τηλεφωνικά δίκτυα  – ένα σίριαλ γεννιόταν. Βουλευτές  του ΠΑΣΟΚ υπέβαλαν μηνυτήρια αναφορά, καθώς  φέρονταν να παρακολουθούνται και ακολούθησε η κατάθεση  στη Βουλή, αυτή τη φορά από 59 μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ -τον Ιανουάριο του 1994.  Ο στρατηγός Γρυλλάκης, «φωτογραφήθηκε» ως ο ιθύνων νους πίσω από τις υποκλοπές,  ενώ η γραμμή της κυβέρνησης, παρά  τις εκθέσεις  των  εμπειρογνωμόνων,  ήταν ότι όλα αποτελούσαν αποκυήματα της νοσηρής φαντασίας του Μαυρίκη.

Εντασσόμενες  σε ένα  πλαίσιο  όπου  οι μνήμες  του παρελθόντος (με τη διάζευξη Αριστεράς-Δεξιάς να είναι ολοκληρωτική) είναι νωπές, οι περιπτώσεις αυτών των υποκλοπών χρησιμεύουν σε ένα γενικότερο παιχνίδι αναζήτησης επιρροών από τις μεγάλες  δυνάμεις, ώστε να κρατούν τα πάθη  σε ένταση. Οι μέθοδοι θυμίζουν παρωδίες κατασκοπευτικών ταινιών,  ενώ  οι φιγούρες των  φυσικών πρωταγωνιστικών εντείνουν αυτό το αίσθημα του κιτς. Οι «κοριοί» εκφράζουν ακόμα την περίοδο της αθωότητας.

Περνώντας στον εκσυγχρονισμό Η μετάβαση  από  τους  «κοριούς» στην ψηφιακή εποχή  των παρακολουθήσεων είχε στο επίκεντρο τους  Ολυμπιακούς Αγώνες  της  Αθήνας.  Διαβόητο  έμεινε από  τότε το σκάνδαλο  του ηλεκτρονικού συστήματος  C4I. Το σύστημα  C4I -από  τα αρχικά  των λέξεων  Command, Control,  Communication, Coordination & Integration («Ενιαίo, Ολοκληρωμένο και Διαλειτουργικό Σύστημα Διοίκησης, Ελέγχου, Επικοινωνίας, Συντονισμού και Εναρμόνισης της Ολυμπιακής Ασφάλειας»), σχεδιάστηκε από την αμερικανική εταιρεία  SAIC, βάσει του στρατιωτικής προέλευσης ολοκληρωμένου συστήματος C4I και δόθηκε υπεργολαβικά στη γερμανική εταιρεία Siemens, αλλά δεν λειτούργησε – παρά το πανάκριβο κόστος του. Υποτίθεται ότι το σύστημα  θα συνέλεγε πληροφορίες από όλη την επικράτεια της  πρωτεύουσας, το διάστημα  διεξαγωγής των  Αγώνων, οι οποίες  θα τύγχαναν  άμεσης  κεντρικής επεξεργασίας, προκειμένου να εντοπίζονται πιθανόν απειλές.  Κοστίζοντας όσο δύο γέφυρες Ρίου-Αντιρρίου, όπως  χαρακτηριστικά αποτυπώθηκε το φιάσκο του συστήματος στον Τύπο, δεν λειτούργησε ποτέ, αφήνοντας και τους Αγώνες  έκθετους σε κινδύνους και το ελληνικό δημόσιο χρέος κατά τι αυξημένο.

Εδώ πια δεν ενδιαφέρει τόσο ο πολιτικός αντίπαλος, μιας και οι εντάσεις έχουν αμβλυνθεί  εν τοις πράγμασι,  αλλά ο δυνάμει επικίνδυνος εχθρός  του συστήματος. Αυτή η αλλαγή  έγινε αισθητή  στη μεγαλύτερη ίσως υπόθεση υποκλοπών, αυτή της Vodafone.

Vodafone

Μπορεί το C4I να μη λειτούργησε  ποτέ, ωστόσο το κενό ασφαλείας έμελλε να καλυφθεί  – οι μυστικές υπηρεσίες εξάλλου μισούν  το κενό. Αρκετά πριν  από τους Αγώνες,  ελληνικές και  αμερικανικές υπηρεσίες βρέθηκαν  σε συνεργασία  για να γίνουν οι κατάλληλες παρακολουθήσεις. Ωστόσο, οι Αμερικανοί παρουσίασαν τη συνεργασία με τις ελληνικές Αρχές ως προβληματική. Ταυτόχρονα,  η κυβερνητική αλλαγή του 2004 επιβράδυνε τη δημιουργία ενός αναμενόμενου από τα πριν νομοθετικού πλαισίου  που  διευκόλυνε τις παρακολουθήσεις. Όσα ακολούθησαν έδειξαν πώς  οι μονομερείς  κινήσεις  λύνουν συχνά-πυκνά τέτοιους γόρδιους δεσμούς.

Τον Φεβρουάριο  του 2006  οι Ρουσόπουλος, Βουλγαράκης και Παπαληγούρας παραχώρησαν συνέντευξη Τύπου αποκαλύπτοντας ένα σκάνδαλο υποκλοπών, όπου τονιζόταν ότι οι «επί 11μήνου εν κρυπτώ έρευνες που διεξήχθησαν δεν απέδωσαν χειροπιαστά  αποτελέσματα». Ποιες έρευνες, όμως, και επί ποίου θέματος;

Όπως προκύπτει από τα Wikileaks,  στις 4 Αυγούστου  2004,  μια σειρά υπολογιστικών εντολών στο δίκτυο της Vodafone ενεργοποίησε ένα από τα υποσυστήματα του λειτουργικού, το επονομαζόμενο Lawful  Interception (Νόμιμη Συνακρόαση). Το υποσύστημα αυτό  άνοιξε μία γραμμή  παρακολούθησης μιας σειράς συνδρομητών της εταιρείας, κρύβοντας, όμως, σχεδόν κάθε ίχνος αυτής της ενέργειας.  Από εκεί, οι υποκλαπείσες συνομιλίες  προωθούνταν σε 14 κινητά τηλέφωνα-σκιές, όπου καταγράφονταν και πιθανώς γινόταν  επεξεργασία.

Κατά τα έγγραφα του Σνόουντεν,  «η μυστική επιχείρηση έγινε από την NSA και τουλάχιστον  στην πρώτη  φάση της είχε το πράσινο φως της ελληνικής κυβέρνησης». Ωστόσο, στη συνέχεια  τα πράγματα άλλαξαν. Για την επιχείρηση κρίθηκε απαραίτητη η μυστική συμμετοχή  υπαλλήλων  της εταιρείας, ενώ  η κατεύθυνση των στοιχείων  χάθηκε. Αυτή η «συνδρομή» στη στρατολόγηση των στελεχών, σύμφωνα πάντα  με το περιεχόμενο των απόρρητων εγγράφων, «θα μπορούσε  να είναι το έργο μιας άλλης υπηρεσίας, και συγκεκριμένα της CIA». Σε πολλές περιπτώσεις, τα κοινά κλιμάκια CIA-NSA κατασκοπεύουν τις επικοινωνίες των ίδιων χωρών που τους φιλοξενούν, καθώς πολλές φορές γνωρίζουν απειλές  τις οποίες για οποιονδήποτε λόγο είναι απρόθυμες να μοιραστούν. Μάλιστα, οι δύο υπηρεσίες, NSA και CIA, συνεργάζονταν στενά στη στρατολόγηση υπαλλήλων σε εταιρείες τηλεπικοινωνιών. Ένας από τους στρατολόγους  αυτούς ήταν και ο ελληνοαμερικανικής καταγωγής (από την Κάρπαθο) Γουίλιαμ Μπάζιλ. Ο Μπάζιλ και η γυναίκα του φέρονται  να  παίζουν  κομβικό ρόλο στη συλλογή των πληροφοριών. Το 2014,  ο εισαγγελέας Δημήτρης Φούκας εξέδωσε ένταλμα σύλληψης σε βάρος του Μπάζιλ, με τις κατηγορίες της κατασκοπείας  και της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών. Όμως, ο άνθρωπος που φαίνεται  να ξέρει πολλά  είναι πλέον άφαντος.  Ο εντοπισμός του προβλήματος έγινε στη Vodafone  στις αρχές  του 2005,  σε μια συγκυρία  που συνδέεται  με τον περίεργο θάνατο, που φέρεται ως αυτοκτονία,  του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, μηχανικού δικτύου της εταιρείας, που εντόπισε την ασυνήθιστη κίνηση  στο δίκτυο που δείχνει την προσπάθεια συλλογής δεδομένων. Από τον Φεβρουάριο  έως τον Μάρτιο του 2005, ο Τσαλικίδης  προσπάθησε να απεξαρτηθεί από την εταιρεία, διαισθανόμενος προφανώς τον κίνδυνο που μια αποκάλυψη θα επέφερε.  Δύο μέρες μετά την επικύρωση του ζητήματος  των υποκλοπών από τους εσωτερικούς ελέγχους της εταιρείας, ο Τσαλικίδης  βρέθηκε νεκρός, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Γιώργος  Κορωνιάς, επεδίωξε να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό για να του θέσει το ζήτημα. Λόγω της απουσίας  του τότε πρωθυπουργού στη Μαδρίτη, κανονίστηκε ραντεβού  με τον τότε υπουργό Δημόσιας  Τάξης, Γιώργο Βουλγαράκη,  και την ίδια ημέρα εκδόθηκε το Προεδρικό Διάταγμα 47, με υπογραφές  των Βουλγαράκη,  Λιάπη, Δούκα, Παπαληγούρα και Παυλόπουλου, βάσει του οποίου  παρέχεται  νομική  κάλυψη στις ελληνικές Αρχές για να κάνουν  νόμιμες παρακολουθήσεις μέσω των παρόχων κινητής τηλεφωνίας. Το γεγονός ότι οι υποκλοπές αφορούσαν, όπως ανακοινώθηκε, περίπου 100 τηλέφωνα, ανάμεσά τους του Κ. Καραμανλή, υπουργών, στελεχών  υπουργείων, όπως το Εθνικής  Άμυνας και το Δημόσιας  Τάξης, καθώς και στελεχών του ΓΕΝ και του ΥΕΝ, αλλά και στελεχών  της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθιστά το σκάνδαλο κολοσσιαίο και γεννά ερωτήματα: Γιατί σβήστηκε το κακόβουλο λογισμικό και δεν ανέμεναν να εντοπιστούν οι υπαίτιοι; Ποια η συμμετοχή της αμερικανικής πρεσβείας στην υπόθεση; Και γιατί ποτέ αυτή δεν αντέδρασε στις κατηγορίες;

Από την κωμική  εικόνα του Μαυρίκη να εξηγεί την παγίδευση των γραμμών μέχρι την τραγωδία  του θανάτου  του Κώστα Τσαλικίδη,  η υπόθεση  των  παρακολουθήσεων στην Ελλάδα περνά  μέσα από ελληνικές και ξένες υπηρεσίες, συχνά ερήμην  των κυβερνήσεων, που δεν δείχνουν εξάλλου και διατεθειμένες να κάνουν  πολλά πράγματα.