Η πτώση της δικτατορίας των συνταγµαταρχών, αποτέλεσµα εσωτερικής κατάρρευσης και όχι εξωτερικής αντίστασης, έφερε στο προσκήνιο το µείζον ζήτηµα της µετάβασης στη ∆ηµοκρατία. Πρόκειται για την περιβόητη διαδικασία της «αποχουντοποίησης», η οποία αποτέλεσε την αποκρυστάλλωση των παθογενειών ολόκληρης της µεταπολεµικής ελληνικής κοινωνίας.

Προϊόν ακριβώς αυτής της ιδιότυπης ανάπτυξης  του ελληνικού κοινωνικού σχηµατισµού µετά τον Πόλεµο, όπου καµία κάθαρση δεν υπήρξε σε σχέση µε την τιµωρία των συνεργατών  των κατακτητών, η χούντα, παρά τον γκροτέσκο χαρακτήρα της, έχτισε σχετικά εύκολα έναν κρατικό µηχανισµό που λειτουργούσε µε όρους κανονικότητας. Η «αποχουντοποίηση» ως προσπάθεια, πέρα από την κατ’ όνοµα αλλαγή πολιτεύµατος, και η αποψίλωση αυτού του µηχανισµού από τους φίλιους προς τη δικτατορία συνάντησαν ακριβώς αυτή τη συστηµική αντίσταση της κανονικότητας.

∆εν είναι, λοιπόν, τυχαίο που η διαδικασία της «αποχουντοποίησης», γενικά ελλιπής και δειλή, ακολούθησε µια κλιµάκωση ανάλογα µε τον αντίστοιχο µηχανισµό του κράτους: στα πιο κατασταλτικά στοιχεία του, όπως ο Στρατός και η Αστυνοµία, η επιβίωση δοµών του καθεστώτος υπήρξε τέτοια που ακόµη και στη µέση συνείδηση οι µηχανισµοί καταγράφονται ως φύσει αντιδραστικοί. Παρόµοια και στη ∆ικαιοσύνη, όπου ουσιαστικά κανείς δεν λογοδότησε.

∆ιαφορετικά υπήρξαν  τα πράγµατα στο πανεπιστήµιο, όπου, λόγω κυρίως της πίεσης του φοιτητικού κινήµατος, η εκπαιδευτική µεταρρύθµιση, έστω και στα χαρτιά, απέκτησε ένα ξεκάθαρα προοδευτικό πρόσηµο.

Κατά τα άλλα, η ζωή συνεχίστηκε. Οι επιχειρηµατίες  συνέχισαν απρόσκοπτα τις δραστηριότητές τους -το κεφάλαιο εξάλλου δεν έχει ιδεολογία- και ο λαός τη δική του πορεία. Αποτέλεσµα της ελλιπούς «αποχουντοποίησης» υπήρξε και η διατήρηση και η διάδοση µύθων περί της επταετίας και των επιτυχιών της, µύθων που συµπυκνώνονται στη συχνά αυθόρµητη έκφραση αγανάκτησης: «Ένας Παπαδόπουλος µας χρειάζεται».