Το δηµόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε ως αποτέλεσµα ενός αχαλίνωτου δανεισµού

Στις  21 απριλιου 2013, το πρωτοσέλιδο της δεύτερης «Ελευθεροτυπίας» κοσµούσε το αποτέλεσµα δηµοσκόπησης της Metron Analysis, σύµφωνα µε την οποία «η πλειοψηφία (59%) θεωρεί πως σε θέµατα ασφαλείας η κατάσταση επί χούντας ήταν καλύτερη, 46% θεωρεί ότι είχε καλύτερη διαβίωση και το 24% πιστεύει πως η χώρα είχε καλύτερη διεθνή εικόνα». Η δηµοσκόπηση δεν προκάλεσε ιδιαίτερο σοκ. Ηδη από την εκρηκτική άνοδο του ΛΑΟΣ και της Χρυσής Αυγής είχε διαφανεί µια έξαρση των ακροδεξιών ιδεών και οργανώσεων στην ελληνική κοινωνία. Το «Μια χούντα µάς χρειάζεται» είχε ήδη αρχίσει να γίνεται δηµοφιλής έκφραση. Υπονοούσε ότι το καθεστώς της επταετίας ήταν µια εξαίρεση υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης στη γενικότερη «πολιτική ανωµαλία» που χαρακτήριζε το νεοελληνικό κράτος από τις απαρχές του.

Το ότι αυτό είναι καταφανώς ψέµα έχει αποδειχθεί τόσες φορές1, που καταντά κοινοτοπία η εκ νέου διάψευσή του. Η χούντα υπήρξε ένα καθεστώς διαφθοράς, ρεµούλας και εξυπηρετήσεων, που σε καµία περίπτωση δεν ωφέλησαν τις κατώτερες τάξεις της οικονοµικής πυραµίδας. Το µέγεθος της αδιαφορίας των πραξικοπηµατιών, ακόµα και για τα στοιχειώδη προσχήµατα, µπορεί να φανεί καθαρά από το πλήθος των σκανδάλων που έχουν καταγραφεί, αλλά και από την ίδια τη λειτουργία του συστήµατος που έστησε η χούντα: ένα κύκλωµα νοµής δηµόσιου χρήµατος και διευκολύνσεων για τους φίλα προσκείµενους στο καθεστώς και σκληρής καταστολής για τους «έξω από τον χορό» της χουντολατρείας.

Οι πελατειακές σχέσεις καθοδήγησαν την οικονοµική πολιτική της επταετίας. Το δηµόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε από το 1,2 δισ. δολάρια το 1967, στα 2,5 δισ. το 1972, ως αποτέλεσµα ενός αχαλίνωτου δανεισµού, που διοχετεύθηκε χωρίς κανέναν µακροπρόθεσµο σχεδιασµό στις οικοδοµές και τον τουρισµό – κλάδους χωρίς εξαγωγικό χαρακτήρα, που όµως παρείχαν άµεσα κέρδη στους ευνοουµένους. Το έλλειµµα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έφτασε από τα 11,5 δισ. δραχµές το 1967, στα 44,9 δισ. το 1973. Ο πληθωρισµός ανέβασε ριζικά το κόστος ζωής, βαραίνοντας άνισα τα είδη πρώτης ανάγκης, την ίδια στιγµή που πλούτισε τις τσέπες ξενοδόχων και µεγαλοεργολάβων. Τη ζηµιά στην οικονοµία ενέτεινε ο παράγοντας του χρόνου: η αποµόνωση της βιοµηχανίας και της αγροτικής παραγωγής από την κρατική αρωγή άφησε τους άλλοτε µεγάλους και εύρωστους κλάδους, χωρίς δυνατότητες εξέλιξης από το 1967 και µετά, µε ανυπολόγιστο κόστος στον παραγωγικό ιστό. Η ενίσχυση των αγροτών τα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου αποτελεί µία από τις πτυχές της «αποχουντοποίησης», που όντως συντελέστηκε. Παρά τα άπειρα προβληµατικά σηµεία στην εφαρµογή της Κοινής

Αγροτικής Πολιτικής και τον ακανόνιστο καταµερισµό των σχετικών επιδοτήσεων, η µεταρρύθµιση του πολιτικού πλαισίου για τη γεωργία κατάφερε να αποκαταστήσει τις αγροτικές δραστηριότητες ως θεµελιακό στοιχείο της οικονοµίας. Ωστόσο, άλλα στοιχεία της οικονοµικής πολιτικής της χούντας παραµένουν ακόµα ισχυρά, ασχέτως της κυβέρνησης που βρίσκεται στο τιµόνι της χώρας κάθε στιγµή. Η λέξη «διαπλοκή» αναφέρεται συνήθως σε αρκετά µεταγενέστερα φαινόµενα, αλλά ο διαµοιρασµός των δηµόσιων έργων ως βασικό υποστύλωµα µιας κυβέρνησης είναι κάτι που όλες οι διάδοχες κυβερνήσεις φάνηκαν απρόθυµες να αλλάξουν. Παράλληλα, ο τουρισµός κατείχε δεσπόζουσα θέση ως «ελπίδα», που θα αποτελούσε τον κινητήρα για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Στη συντήρηση, φυσικά, αυτών των µύθων ενεργό ρόλο έπαιζαν πολιτικές προσωπικότητες που διατήρησαν και µετέδωσαν τη χουντική ιδεολογία.

 

  1. Βλ. ενδεικτικά:
    Άρης Χατζηστεφάνου, «Μια χούντα θα µας (φε)σώσει», «Unfollow», τ. 14, Φεβρουάριος 2013,
    Ιός, «Εφτά χρόνια αρπαχτή», «Ελευθεροτυπία», 25/7/2010
    Διονύσης  Ελευθεράτος, «Λαµόγια στο χακί: Οικονοµικά “θαύµατα” και θύµατα της χούντας» (Εκδόσεις Τόπος).