Όταν το 2011 διέρρευσε στον διεθνή Τύπο η ανεπιβεβαίωτη φήμη ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου ξεκινούσε να διερευνά πιθανή έξοδο από το ευρώ, ένας ενδιαφέρων διάλογος διαμείφθηκε μεταξύ των καταξιωμένων οικονομολόγων Μαρκ Βάισμπροτ και Πολ Κρούγκμαν. Ο πρώτος, σθεναρός υποστηρικτής του Grexit καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, υποστήριζε ότι η μόνη λύση για την Ελλάδα ήταν η έξοδος από το κοινό νόμισμα, γεγονός που θα της επέτρεπε να ακολουθήσει το ανορθωτικό παράδειγμα της Αργεντινής. Ο δεύτερος παραδέχτηκε κάποιες ευνοϊκές εξαγωγικές ευκαιρίες που προέκυψαν για την Αργεντινή, αλλά επεσήμανε την κομβική διαφορά που έχει η διάλυση της σταθεροποιημένης ισοτιμίας μεταξύ δύο νομισμάτων με την αποχώρηση από ένα κοινό νόμισμα. Για τον Κρούγκμαν, μακροπρόθεσμα η Ελλάδα είχε περισσότερα να κερδίσει από την παραμονή στην ευρωζώνη και αρκετά να χάσει αν επιχειρούσε να ακολουθήσει το παράδειγμα της Αργεντινής. Τον Ιούλιο του 2015, ο διεθνούς φήμης οικονομολόγος είχε πια αλλάξει γνώμη. «Η απλή υπόνοια της εξόδου από το ευρώ θα ενεργοποιούσε καταστροφικά bank run και οικονομική κρίση», έγραφε στους New York Times. «Αλλά σ’ αυτό το σημείο, η οικονομική κρίση έχει ήδη συμβεί. Το κόστος της εξόδου από το ευρώ έχει πληρωθεί. Γιατί λοιπόν να μην κυνηγήσει [η Ελλάδα] και τα οφέλη;». Πλήθος οικονομολόγων –όχι απαραίτητα οπαδών της διάλυσης της ευρωζώνης– έχουν επισημάνει τα δομικά προβλήματα του κοινού νομίσματος, με βασικότερο όλων την ασυμμετρία οικονομικών μοντέλων και μορφών ανάπτυξης στις διάφορες χώρες που συμμετέχουν σ’ αυτό. Ακόμα περισσότεροι είναι αυτοί που πιστεύουν ότι τα προβλήματα εντείνονται και γίνονται αδιέξοδα από τις πολιτικές επιλογές της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, η οποία φαίνεται ανεπηρέαστη από τα εκλογικά αποτελέσματα. Ο,τι ισχύει όμως για τη διαχείριση της ευρωζώνης, ισχύει και για τα πιθανά σενάρια του Grexit• πέρα από κάποια βασικά και αναπόφευκτα προβλήματα, το μέγεθος και η έκτασή τους θα βασιστεί σε πολιτικές επιλογές – κυρίως εντός, αλλά και εκτός της χώρας. Σε σχέση με τα δομικά προβλήματα υπάρχει συμφωνία τόσο από τους υποστηρικτές όσο και από τους πολέμιους του Grexit. Η υποτίμηση του νέου νομίσματος, ο κίνδυνος φυγής κεφαλαίων, ο πληθωρισμός, τα ελλείμματα σε καύσιμα και φάρμακα, αλλά και η αδυναμία αποπληρωμής των άμεσων δανειακών υποχρεώσεων της χώρας προς την Ευρώπη θα ήταν αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα αυτής της απόφασης. Λόγω όμως του «ταμπού» γύρω από την πιθανή επιλογή του Grexit από την ελληνική πλευρά, δεν υπήρχε κανένα διεξοδικό πλάνο δημοσιευμένο μέχρι την έκθεση που συνέταξαν πρόσφατα οι Κώστας Λαπαβίτσας (φωτ.) και Θεόδωρος Μαριόλης για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής (ΕΔΕΚΟΠ).

Το ιδεατό και τα προβλήματα

Από την έκθεση προκύπτει ότι η σπουδαιότερη ικανότητα που θα καθόριζε τη διάρκεια και το βάθος της κρίσης, αλλά και τα αποτελέσματα του Grexit, είναι η ταχύτητα. Σύμφωνα με τους συντάκτες, βασική προϋπόθεση για την έξοδο είναι ότι αυτή πρέπει να συμβεί αστραπιαία και χωρίς να έχει ανακοινωθεί εκ των προτέρων. Τα capital controls χρειάζεται να παραμείνουν σε εφαρμογή και να αυστηροποιηθούν προκειμένου να αποτραπεί η φυγή κεφαλαίων. Πρόσωπα όπως ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Οικονομικών και ο ειδικά διορισμένος επίτροπος του τραπεζικού συστήματος θα είναι αναγκαστικά επιφορτισμένοι με υπερεξουσίες, προκειμένου να μπορούν να ελέγξουν τις εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις που θα ασκηθούν στην κυβέρνηση που θα το πραγματοποιήσει. Η υποτίμηση του νομίσματος θα ευνοήσει την ανατροπή του ισοζυγίου εισαγωγών-εξαγωγών προς την αύξηση των δεύτερων, κάτι που θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αποτελεί πρωτεύοντα στόχο της οικονομίας για την πρώτη περίοδο. Η σπάνη καυσίμων θα είναι πραγματική και γι’ αυτό πρέπει να έχει αντιμετωπιστεί με ειδικές συμφωνίες εκ των προτέρων. Αντίστοιχα προβλήματα θα υπάρξουν και στα φάρμακα και τα τρόφιμα, αν και όχι στον ίδιο βαθμό. Ιδίως για τα τρόφιμα, η επάρκεια πρέπει να θεωρείται εφικτή. Στα φάρμακα η εγχώρια παραγωγή είναι ασθενέστερη, αλλά σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης μπορεί να ρυθμιστεί με ελεγχόμενη διανομή, προστατεύοντας τις πιο αδύναμες τάξεις. Αυτό το δυστοπικό σενάριο πρέπει ωστόσο να θεωρείται υπό όρους παροδικό.

«Υπό όρους», επειδή από τα δεκάδες πιθανά ή πιο βέβαια προβλήματα που παρατίθενται στην έκθεση του ΕΔΕΚΟΠ, ούτε ένα δεν φαίνεται ανεπίλυτο. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη διεξοδική έρευνα και τη μεγάλη εφευρετικότητα των συντακτών της, αλλά και με την ίδια τη φύση του Grexit. Στο κείμενο διαφαίνεται καθαρά ότι η έξοδος από το ευρώ είναι ένα σύνολο ενδεχομενικοτήτων και όχι μία πάγια στρατηγική επιλογή. Από την αποκατάσταση της εμπορικής πίστης μέχρι την προστασία του εργατικού δυναμικού που θα επωμιστεί το αναπτυξιακό εγχείρημα, και από την καλλιέργεια των βιομηχανικών και αγροτικών δραστηριοτήτων μέχρι τις τιμές των εμπορευμάτων, οι προκλήσεις που θέτει η προοπτική του Grexit βασίζονται πριν απ’ όλα στη δυνατότητα του καθεστώτος που θα το εφαρμόσει να διασφαλίσει την κοινωνική δικαιοσύνη. Στην ιδεατή του μορφή, που το σχέδιο θα εφαρμοζόταν χωρίς να ευνοεί ίδια συμφέροντα, θα μπορούσε να είναι και πολύ λιγότερο δυσβάσταχτο για την κοινωνία από ό,τι επτά έτη μνημονίων. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι με την απροθυμία των μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων της χώρας να συζητήσουν το ενδεχόμενο, το Grexit μπορεί να έρθει μόνο ως αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων. Ακόμα και αν η πλευρά των δανειστών φαίνεται να είναι και η ίδια αρκετά απροετοίμαστη γι’ αυτό, πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα πιάσει το πολιτικό προσωπικό που θα κληθεί να το εφαρμόσει σε βαθύ λήθαργο.