Από τη  συμμετοχή του στις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, τη δεκαετία του 1980, μέχρι και την προ ημερών  τηλεοπτική συνέντευξή του, που τον επανέφερε στο προσκήνιο,  ο Κώστας Σημίτης υπηρετεί  ένα σταθερό όραμα, που είναι εν πολλοίς υπεύθυνο για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας.

Ο εκσυγχρονισμός, όπως ονομάστηκε αυτό το ριζικό αίτημα μεταλλαγής της κοινωνίας πάνω στην αρχή ενός πολιτιστικού δυϊσμού, που θέλει από τη μια να βρίσκονται δυνάμεις που κρατούν τη χώρα στην οπισθοδρόμηση και από την άλλη δυνάμεις που τη σπρώχνουν μπροστά, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, μεγαλούργησε και εξελίχθηκε σε ηγεμονική δύναμη  από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ήταν η εποχή που η χώρα άλλαζε από μια πλειάδα δημόσιων έργων, που, μαζί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, θα οδηγούσαν σε ένα κατασκευαστικό όργιο, καθιστώντας τη χώρα «ευρωπαϊκή»  σε εικόνες υποδομών κι επιτρέποντας ταυτόχρονα  ένα τεράστιο «πάρτι» διαπλοκής και διαφθοράς.

Οι «τεχνοκράτες» του Κώστα Σημίτη, οι περίφημοι «λοχαγοί», βρέθηκαν  μπλεγμένοι, απλά και τεχνοκρατικά,  σε σωρεία σκανδάλων, που οδήγησαν και στον χαρακτηρισμό του εκσυγχρονιστή πρωθυπουργού ως «αρχιερέα της διαπλοκής». Παράλληλα, το όραμα του τεχνοκρατισμού αποπολιτικοποιούσε διαρκώς τα διακυβεύματα του προοδευτισμού και ο τρόπος που ανοίχτηκαν θέματα όπως η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες δεν χαρακτηρίστηκε τόσο από όρους «δικαιωματισμού», αλλά διεκδίκησε  απλώς  την προσαρμογή στα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Παρ’ όλα αυτά, τόσο ο Κώστας Σημίτης όσο και οι «λοχαγοί» του επιζούν ακόμη στην ελληνική δημοσιότητα και προβάλλονται ως κάτοχοι μιας εξωιστορικής αλήθειας, που θα πρέπει να επιστρατευτεί εκ νέου στην εποχή της κρίσης και των μνημονίων, για να βγάλει τη χώρα από το τέλμα, στη δημιουργία του οποίου αυτοί συνέβαλαν περισσότερο και πιο ενεργά από οποιονδήποτε άλλον.