Τον Σεπτέμβριο Του 2014, η Χίλαρι Κλίντον έστειλε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον Τζον Ποντέστα, τότε σύμβουλο του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Σε αυτό πρότεινε διάφορους τρόπους για την αντιμετώπιση  του προβλήματος της δράσης του «Ισλαμικού Κράτους» και άλλων ισλαμιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων. Ανάμεσα στα άλλα, ανέφερε την ανάγκη να ασκηθεί πίεση στη Σαουδική Αραβία και στο Κατάρ να σταματήσουν να προσφέρουν οικονομική και επιμελητειακή  στήριξη στο «Ισλαμικό Κράτος» και σε άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις, με αναφορά στο σουνιτικό Ισλάμ.

Το μήνυμα αυτό, που ήρθε στη δημοσιότητα με τις μεγάλες διαρροές ηλεκτρονικών  δεδομένων  την περίοδο πριν  από τις αμερικανικές  εκλογές, απλώς επιβεβαίωσε κάτι που ήταν κοινό μυστικό: Ότι ακόμη και οι ΗΠΑ ανησυχούν με την ενίσχυση που δίνει το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας σε ριζοσπαστικές σουνιτικές οργανώσεις. Η ιστορία ξεκινά αρκετά παλιά, ήδη από την εποχή που σε ιδεολογικό επίπεδο το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας προσπάθησε να εξάγει ως ιδεολογικό προϊόν μια ιδιαίτερα συντηρητική εκδοχή του ουαχαμπισμού απέναντι σε άλλες εκδοχές σουνιτικού Ισλάμ. Αυτό αποσκοπούσε και στην απάντηση  σε άλλα ιδεολογικά ρεύματα του αραβικού κόσμου, είτε μιλάμε για τον αραβικό εθνικισμό είτε για τη μουσουλμανική μειονότητα. Όταν, μάλιστα, το σιιτικό Ιράν έδωσε το πρώτο παράδειγμα νικηφόρας ισλαμικής επανάστασης, η ανάγκη αυτή έγινε πιο πιεστική.

Το αντάρτικο των μουτζαχεντίν ενάντια στους Σοβιετικούς και λίγα χρόνια αργότερα ο Γιουγκοσλαβικός Εμφύλιος και η Βοσνία ήταν επίσης ένα σημαντικό πεδίο ώστε τμήματα των σαουδικών  μυστικών υπηρεσιών, όπως και σαουδαραβικών επιχειρήσεων, να ενισχύουν ποικιλοτρόπως  τους ισλαμιστές αντάρτες. Ορισμένα από τα δίκτυα που διαμορφώθηκαν τότε έπαιξαν ρόλο αργότερα στην ανάπτυξη αυτού που συνηθίσαμε να αποκαλούμε ισλαμιστική τρομοκρατία. Η φιγούρα του Οσάμα μπιν Λάντεν, γόνου εύπορης σαουδαραβικής οικογένειας, που πήγε να πολεμήσει στο Αφγανιστάν, για να προχωρήσει μετά στη διαμόρφωση αυτού που συνηθίσαμε να λέμε «Αλ Κάιντα», είναι χαρακτηριστική.

Άλλωστε, η βασική θέση της «Αλ Κάιντα», ότι δηλαδή  τα καθεστώτα του Κόλπου πρέπει  να διαρρήξουν  δεσμούς με τους «απίστους» και να διεκδικήσουν πιο αναβαθμισμένο ρόλο, συγκινούσε πάντα μερίδες του σαουδαραβικού καθεστώτος, που μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν και ως διαπραγματευτικό χαρτί.

Φυσικά, η σχέση αυτή ποτέ δεν ήταν ούτε μονοσήμαντη ούτε αδιαμεσολάβητη. Στο περίπλοκο  σύστημα εξουσίας της Σαουδικής Αραβίας ήταν σύνηθες  φαινόμενο  άλλες φατρίες να κάνουν συναλλαγές με τρομοκρατικές οργανώσεις και άλλες να δίνουν πληροφορίες στους Δυτικούς.

Η συγκυρία της «Αραβικής Άνοιξης» έδωσε νέα ώθηση. Η αρχική προσπάθεια της μουσουλμανικής  μειονότητας, στηριζόμενη στην ιστορική τους βάση στην Αίγυπτο, να χρωματίσει το αίτημα της πολιτικής αλλαγής ενεργοποίησε από τη Σαουδική Αραβία το αντανακλαστικό  της ενίσχυσης  άλλων ρευμάτων (και όξυνε και τις σχέσεις του Ριάντ με το Κατάρ, κατεξοχήν υποστηρικτή  της Μουσουλμανικής Αδελφότητας). Στη Συρία, όπου επικεντρώθηκε ένα σύνολο γεωπολιτικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων, η αντιπαράθεση  αυτή πήρε  ιδιαίτερα έντονες μορφές, ιδίως από τη στιγμή που οι ΗΠΑ στήριξαν ανοιχτά σε πρώτη φάση το ενδεχόμενο της «αλλαγής καθεστώτος». Έτσι, είχαμε και έναν ανταγωνισμό ανάμεσα στα δίκτυα ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων που ενίσχυαν το Κατάρ και η Τουρκία και από την άλλη τις οργανώσεις  που είχαν την ενίσχυση της Σαουδικής Αραβίας ή τμημάτων των υπηρεσιών  της ή Σαουδαράβων «ιδιωτών». Οργανώσεις  που  μπορεί  το State Department να χαρακτήριζε «μετριοπαθείς», αλλά στην πραγματικότητα ήταν όλες τους οργανώσεις ισλαμικής τρομοκρατίας. Μία από αυτές σε πρώτη φάση, πριν γίνει εντελώς ανεξέλεγκτη, ήταν και το «Ισλαμικό Κράτος».